Οι ομορφιές μου!

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

Μαλλιά Αγγέλων

Λείπεις... Κλασσικά πράγματα. Το ποτήρι με τον καφέ σου είναι ακόμα πάνω στο τραπέζι. Δίπλα από το τασάκι με τις πορτοκαλί γόπες σου. "Να το πλύνω!", μου είπες πριν φύγεις. Αρνήθηκα κατηγορηματικά. Δε θα άφηνα το πλύσιμο πάνω από το νιπτήρα να χαλάσει αυτή την ιερή, υπέροχα αποπνικτική ατμόσφαιρα μαζί σου. Η κάθε στιγμή είναι πολύτιμη.


Συμπεραίνω σύντομα πως πάνω στη ζάλη μου έκανα βλακεία. Μα πως δεν το σκέφτηκα;! Αν σε είχα αφήσει να πλύνεις το φλιτζάνι με τον ελληνικό καφέ, τότε θα κέρδιζα επιπλέον χρόνο. Θα είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω λίγο παραπάνω αυτά τα μεγάλα, αρρενωπά χέρια, που όταν τα κοιτούσε τρόμαζε κανείς, θες από θαυμασμό, θες από ανησυχία, έλεγε "Είτε θα με πνίξουν σχεδόν ακαριαία, είτε θα μου παρέχουν την πιο ασφαλή αγκαλιά." Θα μπορούσα να αφουγκραστώ την αναπνοή σου, όταν το  καυτό νερό θα άγγιζε το δέρμα σου και θα γελούσα με τους μορφασμούς που θα προσπαθούσες να κρύψεις. Και φυσικά, θα εξασφάλιζα λίγο χρόνο για να δω τα μάτια σου, τα τόσο προσηλωμένα σε αυτή την τόσο ασήμαντη κούπα. Θα ταξίδευε το βλέμμα μου προς τα κάτω, στο τέλειο μουστάκι σου, που το κουρεύεις και το χτενίζεις επιμελώς. "Καλημέρα Κωνσταντίνα!".



Πάνε χρόνια από τότε που σε είδα να πίνεις καφέ τελευταία φορά. Κάθε μέρα που ξυπνάω, η πρώτη μου γουλιά μου θυμίζει το άρωμά σου. Αυτή τη μυρωδιά που είχες όταν με φιλούσες. Κάθε απόγευμα καφές και κανταΐφι από το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς. Εμείς, οι αθεράπευτα γλυκατζήδες της οικογένειας. Ήταν η παράδοσή μας να πηγαίναμε και να ζητάμε "μαλλιά αγγέλων", όπως τα αποκαλούσες. Θυμάσαι;

Αυτή η τρέλα που μας καταλάμβανε όταν έβλεπε ο ένας τον άλλο... Μεγάλη αδυναμία! Να γυρνάς πτώμα από τη δουλειά, έντεκα το βράδυ, και να με πηγαίνεις στην παιδική χαρά. Να παίζουμε σαν να μην υπάρχει αύριο. Λες και ήξερες πως δεν θα προλάβαινες να με χαρείς. Το ήξερες ότι θα έφευγες νωρίς και έπρεπε να εκμεταλλευτείς την κάθε στιγμή, όποιο και να ήταν το κόστος. Η μάνα να ουρλιάζει που βγαίναμε έξω, νύχτα, μέσα στο χειμώνα, για να πάμε στις κούνιες. "Θα πάθετε καμιά πνευμονία, αλίμονό σας!". Εσύ δεν μιλούσες, μου έκλεινες το μάτι, μου φόραγες το μπουφάν, με έπαιρνες αγκαλιά και φεύγαμε χαζογελώντας, χαμένοι στον απέραντο, γεμάτο αγγέλους και τραγούδια, κόσμο μας.



Τώρα έχεις χαθεί. Πίνω καφέδες και καπνίζω αρκετά τσιγάρα και για τους δυο μας. Δεν πηγαίνω πια στην παιδική χαρά, όχι χωρίς εσένα. Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ τα παραμύθια που μου έλεγες. Τα σκαρφιζόσουν εκείνη την ώρα, ιστορίες βγαλμένες από το μυαλό σου, πάντα πασπαλισμένες με ηθικά διδάγματα. Το αγαπημένο μου ήταν με ένα βάτραχο, αλλά μέχρι εκεί φτάνουν οι αναμνήσεις μου. Που να θυμάμαι, μετά από το σοκ της απώλειάς σου; Έφυγες και άλλαξαν όλα. Ρωτούσα τη μάνα μήπως θα έφευγα και εγώ γιατί πονούσε η καρδιά μου, κάνοντας θρύψαλα τη δική της. Ένα παιδάκι πέντε χρονών δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε μία τέτοια απορία. Μεγάλωσα μέσα σε μία στιγμή με το θάνατό σου. Για αυτό μην ανησυχείς που βλέπεις τη μάνα να μου φωνάζει για τα τσιγάρα, τους μαύρους κύκλους και τους καφέδες. Με έναν περίεργο τρόπο σε φέρνουν, έστω και ψεύτικα, κοντά μου. Ο πόνος είναι περίεργο πράγμα, σε τρώει με λαιμαργία, φτάνοντας ως το μεδούλι σου και μετά σε αναγεννά. Γιατί να φύγεις για να το μάθω καλά το μάθημα αυτό;

Για το μπαμπά μου,
Κωνσταντίνα


  F A C E B O O K             Y O U T U B E
          V L O G S                  G O O G L E +
     I N S T A G R A M         S N A P C H A T